Μικρά οράματα…
Διαβάζω μετατοπίζοντας τις λέξεις
να βρω αυτά που υπολείπομαι
Χαράζω μικρούς ήλιους
ικετεύοντας τα καλοκαίρια
Αλλάζω κατεύθυνση
φορώ τα όνειρά μου
και τρελαίνομαι
Σπρώχνω το φως να προσπεράσουν
οι λάμψεις
Ζωγραφίζω ακρογιάλια
να περπατούν οι θάλασσες
Μ’ ένα γλυκό τίποτα αγάπης
συναντιέμαι
Με χέρια ανοιχτά
υπέρθυρα υψιπετώ
αιωρούμενος στο πάτο
Σκύβω ν’ αγγίξω τη σιωπή
να αντιστρέψω το κενό
να μεγαλώσω την ανατροπή
να σβήσω την ανταύγεια του πλούτου
Λευκό γαλάζιο με υποδέχονται
πάνω στους βράχους
Φουντώνουν οι αέρηδες
στα μάτια ο θυμός
βιάζεται να μεγαλώσει
το κρύο ν’ ανθίσει αστραπές
και το μυαλό
να θυμηθεί τις συλλαβές
που λησμονήθηκαν
Αβέβαιος
σηκώνω τα βήματά μου
το φόβο να πλαγιάσω
Αν κρύβεις απόγνωση
σήμερα γιορτάζουν όλα αυτά
που σε δακρύζουν
Όλα αυτά
που σε βαραίνουν ανάλαφρα
Οι μάρτυρες , το άδειο σπίτι
η ολομόναχη ηλικία
η ολάνοιχτη ελπίδα
Τίποτα πια δεν μπορεί να σε εξουσιάσει
μήτε αυτή η φτώχεια
της λύτρωσης
Παλινδρομήσεις
Ζούσαμε στην περιοχή Ακαδημία Πλάτωνος,οδός Φαίδρου, σένα υπόγειο από ‘κεινα που τα νοικιάζεις σήμερα στην Αθήνα με ογδόντα ευρώ το μήνα, μόνο η είσοδος έβλεπε στο φως από την πλευρά του δρόμου ,δεν βγαίναμε έξω ,η κρεβατοκάμαρα ήταν άνευ παραθύρων, εντελώς τυφλή ,μια μεγαλη στόφα ζέσταινε τον χώρο και τον τροφοδοτούσε φως με την λάμψη της φλόγας της, ηλεκτρικό κομμένο. Έγκλειστοι από τον φόβο του ιδιοκτήτη ,αφραγκία ,ατολμία και θλίψη.
Θέαμα είχαμε τις σκιές μας στον τοίχο,αλλοτε κανονικές κι άλλοτε τρομακτικές καθώς ένα χέρι ή ένα κεφάλι όπως έπαιρνε το σχήμα του στον απέναντι τοίχο λάμβανε διαστάσεις τρομακτικές και χτυποκαρδουσαμε.
Αυτο κάναμε όλη μέρα, παρατηρούσαμε τις σκιές μας στον τοίχο να ζουν ν’αγριεύουν να ξαποσταίνουν ,ακούγαμε και τον αντίλαλο από τα φορτηγά η τα λεωφορεία που περνούσαν στη Λένορμαν, ο ήχος αυτός γινόταν μερικές φορές η φωνή των σκιών.Συνήθως νοιώθαμε σα να μην ήμαστε εμείς εκεί ,οι σκιές ζούσαν εκεί μέσα ,αυτές μιλούσαν και σάλευαν, αυτές βολευοντουσαν μια χαρά στο σκοτάδι.
Δεν πολυμιλούσαμε μεταξύ μας,ξεχασαμε ότι παλιότερα ειμασταν φιλοι και τι φιλοι,αδερφια σχεδον,τώρα παρακολουθουσαμε τις σκιές υπομονετικές, αυτές μαλλον ηξεραν καλυτερα τι επρεπε να γινει.
Μια καλή μερα που σταματησε το κρυο πηρε καποιος την αποφαση να να βγει εξω ξεχνώντας το φοβο του σπιτονοικοκυρη που σιγουρα θα παραφυλουσε εξω ν απαιτησει τα ποιος ξερει ποσα ενοικια
Προσπαθω να θυμηθω ποιος την πηρε αυτή την τολμηρη απόφαση αλλα δεν τα καταφερνω ,ημουν εγω ,ηταν άλλος μου διαφευγει ακομα και σημερα.Αυτο που μπορω να πω είναι ότι μόλις ανοιξε κι αντικρυσε το φως εξω ,ενοιωσα ένα τεραστιο πονο ,πονο όχι μονο στα ματια και στους μυς αλλά πόνο που πήγαινε βαθειά ,μέχρι το κόκκαλο της ψυχής, ποιας ψυχής?.
Από την ανοιχτή πόρτα ακουγαμε τις φωνές του νοικοκύρη και τον άλλο τον δικο μας να γελαει και να κλαίει μαζι και να του λεει “ασε με να το σκεφτω” ,”δωσε μου μια διορία να το σκεφτώ” και να γινεται η φωνη του αλοιώτικη απ το βούισμα των λεωφορίων και των φορτηγών ,η φωνη του αλλαζε οσο βρισκόταν εξω παρ’ολη τη δυσκολη κατασταση με τον ιδιοκτητη ν απαιτει τα χρωστούμενα ,αυτος ολο και επαιρνε ένα ανοιχτό χρώμα, επαιρνε χρώμα στη φωνη του και τον θαυμαζα ,που αμυνότανε και γλυκαινε σαν ανθρωπος, “ασε με να το σκεφτω “ελεγε και ξαναλεγε κι αυτό γινότανε ολο και πιο γλυκό κι αταραχο.
Μετα τα ειχε το θρασος να πει στον ιδιοκτήτη να τον αφησει ν ανεβει απ τη σκαλα της πολυκατοικίας στην ταρατσα,εμείς από κάτω πότε στηναμε αυτι να τον ακουσαμε πότε προσηλωνόμασταν στις σκιες στον τοίχο να κουρνιάσουμε στην ασφαλεια τους.
Στο τέλος βγηκαμε ολοι εξω απ’τη σπηλιά μας,ωχ μανα μου τι δυσκολο είναι αυτό να πρεπει μετα απο τοσο καιρο να δεις δεντρα παραθυρα, καρεκλες κόσμο σε μια πλατεία,ωχ μανα μου τι δυσκολο είναι να δεις αυτό που είναι η ανοιξη ,επικινδυνη,τραχεια ,αγριεμένη να σε περιτριγυριζει και να μην υπαρχει σκοτεινη γωνία να ξεφυγεις,ενα φως δηλητηριο,μια γευση απειλητική,μυρωδιες βίαια απωθητικές, εντονες,τεντωμενες .
Ο αλλος μας ελεγε γελάστε ,παμε πανω στην ταρατσα ,τη νοικιασα κι αυτην απο τον ανθρωπο,υπεγραψα γραμματιο,παμε να το γιορτάσουμε πέρασε η κρίση,γελαστε,ξεζουζουνίστε.
Ανεβήκαμε τις σκάλες,ξαπλωσαμε στην ταρατσα,που ν αντεξεις τοσο φως,πρεπει να βρουμε δουλεια .πρεπει να φορεσουμε ρουχα πιο συμαζεμενα ,πρεπει να βρουμε γυναικες ,πρεπει να παμε στο γιατρο,να παμε σινεμα,πρεπει να αγορασουμε εφημερίδες,πρεπει να παρουμε ταξι,πρεπει να δουμε την ακροπολη,πρεπει να θυμηθουμε.
Ο σπιτονοικοκύρης ηταν σε μια γωνία κι εκλαιγε,το θυμαμαι μια χαρα αυτο το γοερό του κλάμα ,γιατι κλαίς τον ρώτησα,παρόλο που δεν ήξερα ελληνικά,αυτος μη σταματώντας το κλάμα του με φιλησε δυο φορές στα μαγουλα ,κατέβηκε κατω να ειδοποιήσει την υπηρεσία παρανομων μεταναστών.
Καινούριο Παιχνίδι
Το καινούριο μου παιχνίδι είναι να βουτώ στη μνήμη
Ταξιδεύοντας μες απ τα σκοτάδια στην πατρίδα μου, στο κατεβασμένο παράθυρο του τρένου ακουμπισμένος να κλείνω το μάτι στη λιακάδα, ζαλισμένος από ένα ξανθό κεφάλι, πιπιλίζοντας βαρβαρισμούς λίγο πριν ακουμπήσω το χέρι μου στο καυτό πεζούλι, κραδαίνοντας το ξύλινο σπαθί μου λίγο πριν καβαλήσω το μισοσπασμένο ποδήλατο, στα πρόθυρα της τρέλας, ερωτευμένος με την έκσταση της, εκείνο το πρωί γυμνός περιοδεύων, φανατικός νεοφώτιστος λίγο πριν τη διαδήλωση, ξανά γυμνός νεοσύλλεκτος, στα βράχια πριν την έκρηξη μου δίπλα στα μακρά τείχη, το βράδυ εκείνο πολύ μακριά γυμνός πάλι με το ορμητικό ποτάμι μπροστά μου, σαν νύχτα, εμπύρετο πάθος, στέρηση, μακριά από μένα, με όλους εκείνους που ήθελα και δε μπόρεσα, μια νύχτα να κοιμάμαι δίπλα στο άλλο ποτάμι, να ερωτεύομαι στην πράσινη θάλασσα, ν´ ανεβαίνω στο λόφο μέρα μεσημέρι μόνος, καταμεσής του δρόμου που κυλάει, άλλο μαύρο ποτάμι, Χαυτεία, εκστατικός τρεις ορόφους πάνω από τη βουή του πλήθους, δακρυγόνα, μάθημα γαλλικών πίσω απ τη συμμαθήτρια, με όλους τους ανεκπλήρωτους, εκείνη τη μέρα με κοίταξε στο λεωφορείο όταν γύρισα ενώ πριν…, το ομορφότερο βλέμμα, γύρισα το κεφάλι μου απ’ την άλλη περήφανος για το κατόρθωμα μου και μ´ εκδικείται μέχρι σήμερα πικρά, θύμα απάτης και πάλι διωγμένος, στην τσέπη το λαχείο, τη μέρα που σκεφτόμουν την άλλη και τη μέρα που σκεφτόμουν αυτή, να περιμένω το τηλέφωνο για να αρπαχτώ απ τη ζωή, στη σκοπιά τη νύχτα, ελπίζοντας, λίγο πριν την απελπισία, ψάχνοντας τα ίχνη μου στο χώμα, το πρωί στο σταθμό και το βράδυ στο τρένο, τη νύχτα πάλι στο τρένο με καπνό κι’ αλκοόλ, στην παραλία με κομμένη την ανάσα, στις τελετές και στα νοσοκομεία, λίγο πριν πάμε στην εξοχή και να σφύζει η ζωή ενώ δεν έπρεπε…, εκεί που είδαμε το μαύρο σκυλί που ήταν μαζί μας όλο τον καιρό, εμείς το ταϊζαμε, στο δρόμο με τις αναμμένες εφημερίδες, πίσω από τους θάμνους και μέσα στον κόσμο, ανακαλύπτοντας τον κόσμο και αποδεχόμενος τ’ ανομολόγητα και πάλι μπροστά στον καθρέφτη, πίσω στην πατρίδα, εξωραΐζοντας τα πάντα.
Το καινούριο μου παιχνίδι είναι να βουτώ στη λήθη
Παράσημα
Υπάρχουν έρωτες που φέρουμε ως παράσημα
κι άλλοι που στέκονται σαν ύποπτοι λεκέδες
ένδοξοι αμφότεροι στην τελείωση της στιγμής τους
όσο το ίχνος της αναπνοής μας στην άμμο
Και τώρα αγαπημένοι μου,
εφόδια πολύτιμα στην κρύα νύχτα
δικαιώνονται όλοι στα όνειρα μας
βασανίζοντας τις δικαιολογίες μας
Μελαγχολικά νιάτα, θυμωμένα γηρατειά
μικρός ξιφομάχος
![]()
Είδα ενα ονειρο πως ημουν ο μικρός ξιφομάχος ,με τη ρομφαία της στοργης στο χερι κι επρεπε να πολεμησω γι’αυτην την στοργη,ειχα βγει στους δρομους κι ημουν ικανοποιημενος και πληρης ,κι ας χιονιζε κι ας έβρεχε κι ας πλημύριζε απονιά και μίσος η Αθήνα . Θα βγαινα εξω τη νυχτα να τα παλεψω τα άδικα οπου τα εβρισκα,να περιπολώ για τους απελπισμενους ,τους δεμένους,τους πολύ απελπισμενους ,τους πεταγμένους στα σκουπίδια.Λεει δεν ειχα στο μικρο μου σπιτι ούτε έπιπλα ουτε καθρεφτες,δεν μ’ενοιαζε πώς μοιαζω, μονο να κοβω δεσμα με το σπαθι μου,να χώνομαι μπροστα στον κινδυνο και να τα καταφερνω .
Κι ειχα επισης μεγαλη αμνησια, δεν ηξερα ποιος ειμαι (αυτο καθολου δεν ηταν ενοχλητικο), ειχα εναν αδιορατο φοβο για τους καθρεφτες (..αυτοι ισως ηξεραν κι εγω δεν ηθελα να ξέρω;)
Παλευα λοιπον τις νυχτες κι εσκιζα με το σπαθι μου τα μαυρα σκοταδια, χαμογελούσα ,αγρίευα,ένοιωθα ματαιο τον φόβο η τον τρόμο, μεχρι που εχόμαστε σ΄εκείνο το βράδυ στην Ιπποκράτους ,σ’ενα καφενειο , ειδα δυο παλιούς γνωστούς σ’ενα τραπεζι ,δεν θυμομουν ονοματα ,με κοιταξαν δεν με χαιρετησαν,στον μεσα τοιχο του μαγαζιού υπηρχε καθρεφτης κι ειδα τον εαυτο μου,
πώς τρομαξα..,προσωπο ακατεργαστο και θηριωδες.Πώς η αγαπη που εξασκω δεν φαινεται στο προσωπο μου? Γιατι να μοιαζω τοσο μ’αυτους που θελω ν’αποκρούσω?
Λευκοντυμένες οι ψυχές μας
την αγάπη
πόσο θα μοιάζουν θεϊκές
τόσο μικρές κι’ ανθρώπινες
που συναντήθηκαν με τους αιώνες
ευλογημένες τη ζωή
σαν δυο στιγμές
Η εξουσία της καθαρίστριας
Μπορεί να φορέσει ένα καλσόν, αν θέλει,
από ‘κείνα που έχουν μια κατακόρυφη ραφή και
κόβει τη γάμπα στα δύο,
μπορεί, αν θέλει,
ν’ αφήσει ν’ αχνοφαίνεται τούτο το καλσόν
κάτω απ’ τη στολή εργασίας.
Όπως, επίσης, μπορεί, κάτ’ απ’ το καπέλο της
να πετάξει μια τούφα αδέσποτη,
να σκανταλίζεται η ανταύγεια η ξανθή
με τα νέον και τα βλέμματα.
Μπορεί, αν θέλει, να συγχωρήσει το θαμώνα
για το τσιγάρο που πέταξε κάτω,
μπορεί να μην πει τίποτα,
μπορεί να χαμογελάσει,
μπορεί να πει ένα “δεν πειράζει”,
όλα τα μπορεί,
όπως, επίσης, μπορεί
δια της σιωπής της της αέναης
να γραπώσει στον κόρφο της όλες τις τύψεις
για τα πεταμένα τσιγάρα του κόσμου.
Μπορεί να γίνει αόρατη, αν θέλει,
μπορεί και να φορέσει το Chanel,
να σου θυμίσει νύχτες στο Capri,
χλιδάτη να γίνει, μπορεί,
όσο κι ανασφαλής για το έργο που επιτελεί,
όσο και διψασμένη να αποδείξει
τη χρησιμότητά της.
Μπορεί, αν θέλει, ν’ ασπαστεί του σιναφιού της
τη δόξα
κι ευγενικά πολύ, προσεκτικά πολύ
να σβήσει του διαλείμματος την κάφτρα
στο τασάκι.
Όπως μπορεί, εξίσου εξουσιαστική
να το πολτοποιήσει με την παντόφλα της
στο μόλις καλογυαλισμένο πάτωμα.
“Δε βαριέσαι”, ίσως να πει,
“εγώ θα το μαζέψω”.
Στον πάτο του καθρέφτη
Έτσι άρχισε κάποτε
έτσι είναι να τελειώσει
ρωγμή μες στον καθρέφτη μου
σχισμή στο γκρίζο τοίχο
Καρφί πάνω στο μάρμαρο
στη θολωμένη εικόνα
με ιδρωμένο φόρεμα
όλα υποτιμημένα
Από το χέρι μ’ έπιασες
και μπόρεσα ν΄αντέξω
τα όνειρα μου τα θαμπά
στο βάθος του καθρέφτη
Εκεί ήτανε οι ήχοι τους
οι ιδέες, το κορμί σου
ήτανε κι οι σημαίες μας
χόρευαν όπως τότε
Κι οι άλλοι μας κοιτούσανε
γιατί ήτανε δικό μας
το καλοκαίρι που έβαφε
στην άκρη το πεζούλι
Ύστερα ήρθανε βροχές
και ξέβαψε ο τοίχος
που έγραφε τα συνθήματα
στραβά κι απατημένα
Και ήταν που είδα τις σκιές
να φεύγουνε μαζί τους
για ένα πανέρι ψέματα
που έμοιαζε στη ζωή μας
Εγώ δεν είχα πρόσωπο
να τους γυρίσω πίσω
καθόμουνα και μέτραγα
τους χτύπους στο λαιμό μου
Δεν είχα πως να κοιμηθώ
και πούλησα εμένα
για ένα μέτρο ύφασμα
γκρίζο και λερωμένο
Υστερα φώναξα παντού
το ανόσιο έγκλημα τους
κι όλοι μαζί εκάμαμε
πως τρέμαμε από φρίκη
Γιατί πια δεν μας τρόμαζε
η απαίσια η μορφή τους
και το φριχτό μας πρόσωπο
στον πάτο του καθρέφτη
Συνάντηση εν Αθήναις
Από το κίτρινο αυτοκίνητο, τριμμένα παντελόνια μ’ έντονη αποφορά, με φέρανε με μάτια διάπλατα
στα πεζοδρόμια που είχανε περπατήσει εκείνοι και νόμιζα τότε μόνον αυτοί.
Ύστερα τους είδα να περπατάνε κι αυτούς και τους άλλους αντίθετα
και απορούσα πως τολμάνε να περπατάνε εκεί που είχανε περπατήσει εκείνοι πρωτύτερα.
Πόθησα να την κατακτήσω στις μεσημεριάτικες γειτονιές με μισόκλειστα μάτια
και στα κρύα πρωινά σκουπίζοντας τη μύτη που έτρεχε με την ανάστροφη του παγωμένου χεριού.
Άκουσα τις φωνές του οργασμού της σε παράθυρα, με λερωμένα σεντόνια και οξειδωμένους καθρέφτες
και κάτω από δεντράκια, σε κατουρημένες γωνιές και υπόγεια.
Από τα ίδια παράθυρα άκουσα πρώτη φορά το υπέροχο ήχο του ποταμιού που ξεχείλισε εκείνο το βράδυ.
Την είδα νέα να μου κρατάει το χέρι τρέχοντας στο στενό της ασφυξίας. Την ερωτεύτηκα.
Έκλεισα τα μάτια και τις ρωγμές σκέπασα τους διάφανους τοίχους. Έκλεισα τη μύτη στις εκκρίσεις της.
Συνήθισα το βλέμμα του θηρίου. Το ανέθρεψα.
Την ξαναείδα φτιασιδωμένη γριά πουτάνα να μου χαμογελάει φριχτά
σαν να ξαναβρήκε δικό της άνθρωπο, γιό και πελάτη και αφέθηκα να με ρουφήξει η άβυσσος της.
αθέατη λάμψη
Σαν προσπεράσεις το σκοτάδι
οι νύχτες είναι περιττές
οι σκιές αντίλευκες
τα όνειρα … σιωπές αγάπης
ο ουρανός γεμάτος παραισθήσεις
και η ζωή σου
ένας δροσερός καρπός ανάγκης
ένα χαμηλόπνοο πέρασμα στο φως
αθέατη η λάμψη της ψυχής σου
μα δεν το ξέρεις
πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει




αφήστε σχόλιο