Δευτέρα Παρουσία

ξεβαμμένα σπίτια

Posted in Uncategorized by Α. Δημητρίου on Παρασκευή 5 Αύγουστος, 2016

DSC_0445

τ’ αμπέλια κι΄οι μικρές ελιές
τα βράχια του πελάγους
τα ξεβαμμένα σπίτια μας
κι΄η άκρη της ψυχής μας
στο μακρινό ορίζοντα
λάμπουν τεμαχισμένα

το άλλο μισό..

Posted in της σιωπής by έλλυπος on Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου, 2016
Κι’ εσύ ποιος είσαι;
οι μήνες τα χρόνια
η αμφιβολία
μια σχέση χωρίς διατυπώσεις
ένα πάλλευκο μειδίαμα
η ατομικότητα που μεγαλώνει
το ανώφελο χθες..
 
Κι’ εσύ ποιος είσαι;
ένα μικρό ομοίωμα πάθους
Οι σκονισμένοι έρωτες
Οι μεθυσμένοι χρόνοι
Ένα σχεδόν παραλήρημα
για το παρόν και μόνο
Ένα μαζί που ξεθυμαίνει..
 
Κι’ εσύ ποιος είσαι;
Μια πανοπλία δάκρυα
Ένα κειμήλιο που ταξιδεύει
Μια κόκκινη βαλίτσα
Ένα λευκό πουκάμισο
που οδοιπορεί
μια υπόσχεση που λιγοστεύει
 
Κι’εσύ ποιος είσαι;
ένα κάποτε
οι μέρες πίσω στο χρόνο
ο χρόνος που καταστρέφει
μια μεταμόρφωση που συμβαίνει
Ίσως το λίγο μισό
Που αρκεί για να υπερβαίνει
Το άλλο μισό

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Τρίτη 19 Μαΐου, 2015

Αν δεν μπορείς να διευκολύνεις τη ζωή
τουλάχιστον ας μη την εμποδίζεις…

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Δευτέρα 18 Μαΐου, 2015

Αυτό που σε εμποδίζει πραγματικά να δεις

είναι ό,τι σου είναι βέβαιο πως γνωρίζεις

υπολείμματα λόγου…

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Πέμπτη 19 Φεβρουαρίου, 2015

Να νιώθεις πως είσαι διαφορετικός από τους άλλους
τους άλλους διαφορετικούς απ’ τον εαυτό σου
και τον εαυτό σου ταυτόχρονα
να εμπεριέχεται στους άλλους
τους άλλους να εμπεριέχονται στον εαυτό σου
και να δρας , να αγωνίζεσαι
όχι για να αποδείξεις κάτι
στους άλλους ή στον εαυτό σου
που θα ωφεληθείς εσύ ή που θα ωφεληθούν οι άλλοι
αλλά για να εκπληρώσεις τον εαυτό σου
γι’ αυτό που πέτυχε
να ωφεληθείς εσύ επειδή ωφελήθηκαν οι άλλοι
να ωφεληθούν οι άλλοι επειδή ωφελήθηκες εσύ

λόγια..

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Σάββατο 29 Νοέμβριος, 2014

Λόγια κενά…δίχως λέξεις
γερασμένα…
άφωνα, ξένα,
μικροκαμωμένα
ξέψυχες σιωπές
που με κόπο μιλάνε
γλιστρούν αργά
περισσεύουν
στερεύουν αγάπες
κερδίζουν στιγμές
λυγίζουν άτολμα,
θεόκλειστα, σωριασμένα
σαν άδειοι χώροι
περιττοί
βαθουλωτοί
που ξεκουράζονται με πλήξη
ακίνητοι, αγέννητοι
κουρασμένοι
σκύβουν , μικραίνουν
ακολουθούν
παλεύουν
να κρατηθούν
ραγισμένοι
θεοσκότεινοι
συνηθισμένοι
πανηγυρίζουν
μικρούς χειμώνες
απέραντους
ωκεανούς σταγόνες
γιορτάζουν
αμίλητες στιγμές
σωπαίνουν
ικετεύουν
ένα ήσυχο τέλος
μια χαμηλόφωνη ζωή
δίχως τέλος..

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Παρασκευή 21 Νοέμβριος, 2014

Ο μόνος τρόπος για να μάθεις να μιλάς

είναι να μάθεις να σωπαίνεις

ο μόνος τρόπος για να μάθεις να σωπαίνεις

είναι ν’ ακούς αυτά που λες

Οι σεισμοί…

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Τρίτη 19 Αύγουστος, 2014

Οι σεισμοί γκρεμίζουν

τα σπίτια της ματαιοδοξίας μας

το ζήτημα δεν είναι

πώς να φτιάξουμε πιο γερά κουτιά

αλλά πως θα γκρεμίσουμε

αυτά που ήδη υπάρχουν μόνοι μας

ας αρχίσουμε από σήμερα την αποδόμηση

κάτω οι εργολάβοι κηδειών της δόμησης

ας εμπιστευτούμε το θάνατο στη γη

κι’ εμείς απάνω της γυμνοί , με δίχως φέρετρα

ας σκονιστούμε στον ερωτά της

για μια φορά ελεύθεροι , ας φχαριστηθούμε

τις όμορφες ρυτίδες μας στο γερασμένο της κορμί

κι’ ας μείνουν ραγισμένα τα κουτιά στο χρόνο

κι’ ο πόνος ας φεγγίζει τις ρωγμές, το προτιμώ

οι νεκροί να θρηνούν ζωντανούς

μετά από σεισμούς

σαν ηλιαχτίδα…

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Τετάρτη 9 Απρίλιος, 2014

Τι γυρεύεις δίχως σύννεφο;
Μια μεγάλη τριανταφυλλιά στο μπαλκόνι
ένα χαμόγελο Επιστροφή να με τυλίγει
δεν ξέρω..
ίσως ένα μικρό δευτερόλεπτο
κάτι να με κρατάει στη τύχη
σαν ένας ανθηρός θαυμαστής του έρωτα
στη λάμψη μιας αντηλιάς
για ένα κάποτε δίχως αύριο ή μιαν ελπίδα
όταν ο σκοπός γίνεται έξαψη
ή ένα ψέμα
λίγο πιο πάνω από κάθε προοπτική
μια ανάσα πριν την ανατολή
το χρόνο μεγαλώνοντας ν’ αντέξω
το σούρουπο
την απουσία
μια κοκκινίλα που τρεμοσβήνει σαν ηλιαχτίδα
χωρίς εμένα
στο ίδιο τίποτα…

Βράδυ

Posted in Uncategorized by Α. Δημητρίου on Τετάρτη 27 Φεβρουαρίου, 2013

Και πως μπορεί ένας άνθρωπος να μην είναι σε κατάθλιψη σήμερα;

Ο κόσμος σείεται, βροχή μετεωριτών

Αλλ’ ας μην κάτσουμε έξω ν’ απολαύσουμε το θέαμα

Έλα αγάπη μου ας κρυφτούμε στις σπηλιές

 

Δε θες να πούμε απόψε για τον Ερωτόκριτο

Θες να κουρνιάσουμε δίπλα στη φωτιά

Να τραφούμε με τις σάρκες μας

Έλα αγάπη μου να πάρουμε τους δρόμους

 

Είναι η ώρα που γυρνάνε και μαζεύουνε

Έχουνε στόχους λογικούς

Τα δύστυχα τομάρια μας

Έλα αγάπη μου να κρύψουμε τα παιδιά

 

Έχουμε τραγούδια παλιά

Χρώματα και μυρωδιές Ιωνικές

Και μια ιστορία ξεφτιλισμένη να διασώσουμε

Έλα αγάπη μου να μάθουμε στα παιδιά μας την αλήθεια

Κοπάδι

Posted in Uncategorized by Α. Δημητρίου on Τρίτη 19 Φεβρουαρίου, 2013

kopadi

Κι εγώ αποδέχτηκα το θάνατο σου από τα πριν. Συμβιβάστηκα με την απώλεια σου προτού χαθείς.  Για λίγα λεπτά ηρεμίας στο σκοτάδι της μνήμης μου. Για ένα όνειρο ευτυχίας που ήξερε ότι ξημερώνει το πένθος. Για να υπάρξω δημόσια υπό τα συγκαταβατικά αδιάφορα βλέμματα.

Για την ελπίδα μιας στιγμής ζεστασιάς το επόμενο καλοκαίρι. Για εκείνο το καλύτερο που μπορεί και να έρθει μέσα απ’ τις εφηβικές φωνές. Έστω για την ανάσα της στιγμής αυτής. Φτηνά σε έδωσα ψυχή μου.  Κι όπως η προδοσία του έρωτα μου είχε κι’ αυτό την ηδονή του πρώτου φιλιού.

Κι εγώ την πρόδωσα την επανάσταση μου. Μα ποιο το όφελος τώρα που η επανάσταση δεν έχει άλλες σημαίες; Σε ποιο όνειρο να επανορθώσω σήμερα, ψελλίζοντας το φόβο της επιβεβαίωσης; Σαν μικρό παιδί με φοβισμένα μάτια ανάμεσα σε σαρκοβόρα τέρατα σε τραγική ουτοπία. Χωρίς ήρωες, χωρίς ιδέες, χωρίς τη δύναμη να θυσιάσω. Πως ν’ αντισταθώ;

Τους βλέπω τώρα να έρχονται κατά πάνω μας φορτωμένοι τη θλιβερή τους ύπαρξη. Ταγμένοι να εξουσιάζουν το κοπάδι. Σείοντας τα τελετουργικά τους άμφια, φορώντας το χαμόγελο της ύαινας. Προσέχοντας με την άκρη του ματιού μήπως είναι η ώρα, ντοπαρισμένοι με αδρεναλίνη και κρύο ιδρώτα. Η ώρα της εξόφλησης. ‘Οπου το φριχτό ζευγαρώνει με το υπέροχο λιώνοντας ανθρώπους σαν σκουλήκια στο πέρασμά του.

Και μεις από πίσω, πεισιθανάτιοι σαν αυτούς, περιμένουμε τη λυτρωτική ισοπέδωση φωνάζοντας ο ένας στον άλλο πως άλλη λύση δεν υπάρχει. Είναι γραφτό να γίνει. Οφείλουμε να αποδεχτούμε. Έχουμε χρέος. Ας είμαστε επιτέλους σοβαροί. Ένα λογιστικό λάθος ανήγαγε τα όνειρα σε αίσθηση πραγματικότητας. Θα διορθωθεί, ας μην είμαστε αχάριστοι. Άλλωστε ο θάνατος κάτω απ’ τα πόδια του κοπαδιού είναι γλυκός λένε.

Φιλόξενη απόγνωση ..

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Δευτέρα 18 Φεβρουαρίου, 2013

Σήμερα είπα να φερθώ
σαν ιδιωτική πρωτοβουλία
γεμάτος στόχους και υπεροψία
μ’ ένα τεράστιο εγώ
στο χέρι
να φιλοξενηθώ
να διώξω αυτό το
έμφυτο κενό
που με φλερτάρει
μ’ ένα μισόγυμνο
χαμόγελο
υστέρησης

πιστεύω σ’ αυτό τον
ερημότοπο
στον κόσμο που εξοντώνει
σε ότι περιφρονεί
και περιστρέφεται
στο παρελθόν του
στο θόρυβο
απ’ το μακάβριο
ροχαλητό του

πιστεύω σε κάτι έξυπνα
ματάκια
γεμάτα έκσταση
που χάνονται

στη γλυκομίλητη
φιλόξενη απόγνωση
που μας ενώνει
γεμάτη φθορά
και γιατρικά
διανοήματα

στο φως που σκοτεινιάζει
υπέροχα τις μέρες
διορθώνοντας

στη διαυγή αγκαλιά
που αγάπησε
τη πείνα και τη δίψα μου
για σένα

στη ποιό ευανάγνωστη
αθωότητα να παίζω
μέχρι βλακείας
με τις λέξεις

να ξανακατορθώνω
να στήσω στα πόδια
τη μικρή καρέκλα μου
μια σωσίβιο λέμβο
που αστειεύεται μαζί
με τις ανίκανες
λιπόθυμες ευκαιρίες
τις βρώμικες εύνοιες
την αμήχανη αλαζονεία
την υπακοή
που ακόμα μαθητεύω
μέσα της το φόβο

τις κουταμάρες
αυτοπροστασίας
τις αναίμαχτες συγκρούσεις
τους όρκους και τις
λοξές ματιές
που δεν άφησαν
για ενθύμιο
ούτε μια γνώση ταπεινή

για να πληρώσουμε
την πλάνη
για τον ιδρώτα
που γλιτώσαμε
την αποσύνθεση
της οργής
για να ανήκω
ακόμα δεν ξέρω πού

πηγαίνω και γυρίζω
γεμάτος καμάρι
έφτασε
η ώρα να ζητιανέψω
βαθιά διαθλώμενος
μια μικρή κατεδάφιση
σοβαρότητας

για την ελπίδα
να αποπλέω διαρκώς
προς την νεότητα
κι’ ας μη διαθέτω
μέλλον

έτσι χάρτινος μουσκεμένος
μελαγχολικός
αλήτης
κάτι με παροτρύνει
να ψάχνω στα ορώμενα

ένα επίφοβο
σιωπηλό φεγγάρι
για να φωνάζω
τον ίσκιο του
κι’ ας μην αποκρίνεται

φυλάξου
είχαμε κάποτε ένα δρόμο
εμείς οι δυο
σήμερα μόνο το κουράγιο
μας έχει απομείνει..

το ράγισμα

Posted in Uncategorized by elpinor on Δευτέρα 11 Φεβρουαρίου, 2013

crack
Δεκαετιες ολοκληρες χουζουρεύαμε σε μια αμμουδια ,αφελεις και χαρουμενοι,κοιμομασταν κι ολο κοιμόμασταν ,αγκαλιασμένοι,πλατη με πλατη ,άλλες φορες με πλεγμένα πόδια ή πλεγμένα χέρια,μερικες φορες προσπαθουσαμε να κοιμηθούμε ακουμπωντας μόνο τα χειλη μας ,καποιες άλλες καναμε ωραιους γιαπωνέζικους ύπνους μυτη με μυτη.Ζούσαμε σαν ξεχασμένοι και παρατημενοι απ’τον κόσμο σ’ένα μέρος ,πώς να το περιγράψω,ηταν αμμος το εδαφος με καποια χαμηλή βλαστηση.Σαν κι αυτή τη γοητευτικη κι ελάχιστη που συναντάς στις Κυκλάδες ,αμμος γυρω τριγύρω αλλα δεν μπορώ να θυμηθω θάλασσα ,ούτε ακριβώς τι ουρανο ειχε, μονο ένα θολό θόλο,ένα θαμπό ασαφές στερεωμα που μας προστατευε και μας χώριζε εμας τους δυο από τον υπολοιπο σύμπαν.Εκει μέσα λοιπόν ετρεχε ο προστατευμενος χρόνος μας κι ειχε μια ηρεμη ησυχια και μια δροσερή σκιά νυχτα και μερα που βοηθουσε τη γλυκια υπνηλία μας ,εκανε τους υπνους μας γλυκους ικανοποιητικους χορταστικους πληρεις χαδιαρικους κι αγαπησιαρικους.Ζουσαμε κυριως μεσα στους κολλητους υπνους μας αγγιζαμε ο ενας τον ευαισθητο ευαλωτο κοιμώμενο σώμα του αλλου.Ειχαμε με καποιο τρόπο΄σιωπηρα συμφωνήσει και μας αρεσε να κοιμομαστε ετσι ξεμοναχιασμένοι,να οδηγούμε το πλοιο του υπνου μας δεμένοι οι δυό μας μεσα στο χρονο ,ειχαμε αναγκη για να κοιμηθουμε ο ενας με τη μυρωδιά το αγγιγμα του αλλου,όχι δεν χρειαζόταν καθόλου να μιλάμε ,γρήγορα καταλαβαμε ότι οι συζητησεις, οι λεξεις ηταν περιττες ,αλλωστε διέκοπταν εκεινη την μαλακή γραμμη της σιωπης που χρειαζοταν για να βλαστησει η υπνηλία μας .Ειχαμε καταφέρει να ξυπναμε και μαζι ,ανοιγαμε τα ματια μαζί ,(τι παραξενο ρολοι της φύσης),κοιταζομασταν, εβγαζε ένα τσιγαρο απ’το πακετο καπνιζε ,εγω την κοιτουσα εφτιαχνα καφε, μου χαμογελούσε ,ισως εστρωνε λιγο τα σκεπάσματα εδιωχνε την αμμο που ειχε φερει ο ελαφρός αέρας , μ’άρεσε να χαράζω ακαθόριστα σχεδια πανω στην απάτητη άμμο αλλά και παλι γρηγορα νυσταζαμε ,κυλούσε γρήγορα η στιγμή που πλησιάζαμε ο ενας στον άλλο στην απάγγια μας γωνία να πλέξουμε τον καινουργιο φρέσκο μας ύπνο ,δεμένοι πανω στο καταρτι του αθόρυβου χρονου μας.
Μόνο μια φορά απίστησα. Καπου στα μισά της νύχτας σα να χαθηκε ο υπνος μου κι ανοιξα ένοχα τα ματια μου ενώ εκείνη κοιμόταν .
Ενοιωθα τύψεις που ξύπνησα χωριστά, αλλα παλι ηθελα πολύ να την
παρατηρησω ,να την ερευνήσουν τα μάτια μου
χωρίς εκείνη να νοιωθει, να ξερει τίποτε .
Ηταν καπως σαν αμαρτία αλλα μου αρεσε ,μ’ανατρίχιαζε κι ηθελα όλο και πιο πολύ να την βλεπω οσο θέλω,οπου θελω ανενόχλητος ,κοιμισμένη εκείνη ξύπνιος εγώ.
Καθώς την κοίταζα κρυφα ειδα κάτι που δεν το περίμενα κι έγινε η χαρα μου εντονη κι αναπάντεχη .
Το κοιμισμένο πρόσωπο της ειχε ακόμα το σχέδιο της εφηβείας της .
Μ’επιασε μια τρελή αισιοδοξία μεσα στη νυχτα που υπαρχει το σχεδιο
αυτό στο προσωπο της, που ελαμπε ακόμα αυτή η περιέργεια για το τι θα φέρει ο χρόνος , αυτή η απονήρευτη χαρα για τη ζωή .
Μια κακη νύχτα ειχε κι εκεινη αυπνιες ,ετσι λοιπον καθως ηταν περίεργη
απιστησε κι εκεινη απ’τον κοινο μας υπνο ,
πηγε λιγο παραπερα κι αρχισε να παρατηρει τον θολό θόλο
που μας χωριζε και μας προστατευε εμας τους αγαπημένους .
Ερευνούσε με τα ματια της πανω κατω ,εψαχνε και βρηκε κάτι ,
καποια ρωγμη κατι σαν τρυπα ,ενα ραγισμα που απο κει φαινοταν τι γινεται εξω. Ειδε πραγματα φοβερα γιατι τρομαξε κι αρχισε να τρεμει,
συνέχισε να κοιτάζει κι οσο κοιταζε τοσο μαραζωνε ,τοσο ετρεμε, παγωνε , χαραζόταν στη τρεμαμενη ψυχη της μεγαλη πληγη που δεν θα ηταν ευκολο να κλεισει.
Μεχρι να ξημερωσει παρατηρούσε κι οταν γυρισε πια σε μενα δεν γελουσε ,δεν μ’ακουμπουσε ,δεν με κοιτουσε.
Μονο μια απογνωση κι οργη ειχε εγκατασταθει στο προσωπο της,
ηταν απομακρη και συνοφρυωμενη .
Τη ρωτησα να μου πει , στην αρχη δεν απαντουσε μονο κοιτουσε στην αμμο κι εκανε σχηματα μαυρα κι αραχνα.
Εφτασα να την απειλησω οτι θα φυγω για να μου πει τι ζοφερό ειδε πισω απ’το σεντόνι.Τοτε μόνο προσπάθησε να μου μιλησει αλλα δεν εβγαινε κανενα νοημα ,πετουσε αχρηστες λεξεις που δεν ηξερα , προτασεις χωρις κανενα νοημα ,μιλουσε γρηγορα χωρις διακοπες σα να μην ηξερε να μιλάει ,οση φαντασια κι αν εβαζα δεν εβγαζα ακρη, δεν την καταλαβαινα .
Οσο προσπαθουσε να μιλήσει τόσο εκλαιγε κι ετρεμε.
Τωρα που το φερνω στη μνήμη μου εκεινο το καλοκαιρι ,
σκεφτομαι πως ισως και γω να μην ηξερα ν’ακουσω ,
να μην ηθελα να καταλαβω,ισως και να μην μπηκα στην κουραση να ταραχτω μαζι της, να μην θελησα να την ακολουθησω εκει πίσω απ’το ραγισμα του θόλου.
Ενοιωθα διπλα μου εναν αλλο ανθρωπο , με κοιτουσε φοβισμενα και δεν μ’εμπιστευοταν σα να ημουν κι εγω μερος της μυστικης συνομωσιας που μονο εκεινη ειδε κι ανακαλυψε.
Προσπαθησα με παρακάλια και παραμυθια και γλυκολογα να της σβησω την κακη εικονα , να μη φοβάται ,δεν μ’ακουγε μόνο κοιτουσε μακρυα με βλεμμα βλοσυρο κι απόλυτο.
Ηταν πια δεκαεπτά Αυγουστου και τα μαζεψαμε αρον-αρον, μπήκαμε στο θρυλικο «Μαριάννα» που έκανε τη γραμμη Κουφονήσια –Ναξο ,απ’τη Ναξο αμιλητοι πηραμε το πλοιο για τον Πειραια .
Ηταν εκεινος ο Αυγουστος που στην Αθηνα εκανε παλιόκαιρο ο κοσμος είχε βγάλει βαρεια ρουχα και παλτά να γλιτωσει τον αυγουστιατικο χειμώνα,πανε είκοσι χρονια νομιζω .Απο τοτε δεν ξανακοιμηθηκαμε οπως κοιμόμασταν μαζι.
Ο,τι εγινε το θαψαμε, δεν ξαναμιλησαμε γι αυτο και φερόμαστε ,ας πούμε ,σα να μη συνέβει τίποτα.
Καμιά γλυκιά καλοκαιρινή βραδιά , οπως αυτες τις τελευταίες, ακομα ελπιζω οτι θα βρει τον τροπο της ,ακομα και τωρα, να με κανει να καταλαβω τι ειδε, τι της συνέβει.
Αν το καταφερει τοτε κι εγω θα της πω πως ακομα λαχταρω να την δω κοιμισμενη να εχει το προσωπο μικρου παιδιου.

Επειγόμενες ελπίδες ..

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Κυριακή 10 Φεβρουαρίου, 2013

Μια μικρή φρίκη ακόμα
και γλίτωσα..
νάρκωση , καταστολή
ασθενοφόρα
η γη με λευκά σεντόνια
πυκνώνει
χωρίς ξέφωτα
Φόβος
υπόλογος
μηδαμινός, τρεμάμενος
σαν λάθος
μ’ ένα ακόμα έπρεπε
ελπίζω..
ανώφελα ίσως..
σαν μια τελεία ως το τέλος
χωρίς κενά απόγνωσης
να φτάσω εδώ
σ’ αυτό τον τόπο
ναυαγός
μ’ ένα μηδενικό επίλογο
διαλύοντας τις λέξεις
τα όνειρα, τα χρόνια
όπως ταξίδεψαν
αθέλητα
σ’ ένα μικρό αδιέξοδο
ολάνοιχτο
αστραφτερά βραδιάσματα
πέτρες και χώματα
Καμιά προοπτική;
πλάι στο χαλασμένο τοίχο
ερωτηματικά
βίος κλοπή
αχόρταγη ματιά
και φωναχτά γενέθλια
Ίσος προς ίσον
τυλιγμένος αισθήσεις
λάμπεις
μιαν αδιόρατη ελπίδα
σαν χαμόγελο
Ελεύθερος να
προσπερνάς
τα λάθη λιγοστεύοντας
έρχεται η νύχτα
και πλαγιάζει
Αυτό ήταν όλο
ένα γλυκό φιλί
χωρίς μάρτυρες
κι’ η αιωνιότητα
σου ανήκει..

η αναγκαιότητα

Posted in Uncategorized by Α. Δημητρίου on Κυριακή 20 Ιανουαρίου, 2013

Reichstag fire 2

τι φταίει η σημαία για τα κρίματα μας;

εγώ την ήξερα την αλήθεια της αλλά δεν κατάφερα να σας την πω

πρέπει να προσέχουμε πάλι

φρόντισα να την κρύψω καλά μες την ψυχή μου

κάτι σαν μίσος ή ανεκπλήρωτος έρωτας

τώρα πια χωρίς καμιά ελπίδα δικαίωσης;

αλλά η αλήθεια υποτίθεται ότι είναι πάντα δυνατή και θριαμβεύει

ή μήπως όχι;

και τώρα πρέπει να ξεχάσουμε, είναι ντροπή να θυμόμαστε

πουθενά δε μπορούμε να μιλήσουμε

δεν είναι απαραίτητο να θυμόμαστε

πρέπει να αποδεχτούμε

χωρίς συνεργασία δεν πετυχαίνει η θεραπεία

ήσυχα ήσυχα να συνταχθούμε, όπου δει

γιατί αυτά είναι παλιές ιστορίες, δεν συνάδουν

να ησυχάσουμε και μόνο ν’ ακούμε

ν’ ακούμε τα τσακάλια να ουρλιάζουν

ελεύθερα, χωρίς ντροπή ή τύψεις

να μπούμε στη σειρά, να γίνουμε αθέατοι

ας έρθει η ελπίδα απ’ τους άλλους, κάποτε

στο συνέδριο του μέλλοντος θ’ αποκατασταθούμε

ναι, αυτά που λένε είναι κι αυτά παλιά

αλλα΄πάντα επίκαιρα, αποδεκτά και χρήσιμα

γιατί η σταύρωση είναι αναγκαία

Posted in Uncategorized by elpinor on Δευτέρα 7 Ιανουαρίου, 2013

comb
Χθες το βράδυ την ώρα που κοιμόμουν ηρθε να μ’επισκεφτεί αυτό που θέλω,έτυχε μαλιστα να ειμαι μ’εκεινο που εχω.Ηρθε ετσι στα καλα καθούμενα και δεν ταραχτήκαμε δεν ανησυχήσαμε ,έβλεπα δίπλα μου να μου μιλα και να χαμογελά, να είναι οικειο αυτό που παντα ηθελα και μαλιστα τοσο κοντα σ’αυτο που εχω. Μπορουσε η καρδια μου ανεμποδιστη να συγκρινει,να κοιταει και να μετράει αν αλήθεια το θελει αυτό που θελει ,αν αληθεια υπερτερεί απ’αυτό που έχει,κι αν αυτό που έχει εχει καποιου ειδους σχεση μ’αυτό που θελει.Ή ίσως ειναι ανήμπορη να δει πως αυτό που εχει είναι πιο καλό απ’αυτο που παντα ηθελε.
Αυτό που θέλω λοιπόν μας ξύπνησε γλυκά και τι μας είπε ; «Θέλετε να σας χτενίσω και να σας κουρέψω ;»
Σα να μην ειχε καθόλου αλαζονεία,περηφανια που ηταν τόσο σπουδαία και όμορφη. Σα να ‘ταν η πιο γλυκιά και ταπεινή ψυχή.
-Ναι κουρεψε μας ,γιατι όχι…
της είπαμε αμήχανα…Πήρε τα ψαλιδάκια της κι άρχισε να ξαλαφρώνει τα κεφάλια μας απ’τα περιττά μαλλιά ,μας ομόρφαινε και τους δυο, κυρίως εκείνη που ηταν μαζι μου.
Καθώς την κουρευε αλλαζε το προσωπο της κι εβλεπα στιγμες που ειχα ζησει εντονες μαζι της κι ολοσδιολου ειχα ξεχασει…Α ναι τότε που ηταν Σαββατο στους προποδες του λοφου τοτε που εκλαιγε από χαρα κι από τρελα.
Της έκοψε τα μαλλιά κοντά όπως τοτε κι άφησε μια μικρη ουρίτσα πίσω στη χαίτη.Μετά η ξανθια πριγκιπησσα ,που για χαρη μας εγινε κομμώτρια ,ειπε τωρα θα σας κοψω τα νύχια των ποδιών ,κι εγω δεν αντεξα τοση αγαπη ,παλι δεν αντεξα τοση αγαπη ,τρελάθηκες που θέλεις να μας κόψεις και των ποδιών μας τα νύχια,..πού μπορεί να καταλήξει αυτό;Δεν την πίστευα πια , είπα πώς είναι δυνατόν να την εχω θελήσει τόσο πολύ.Διέκοψα το ονειρο μου κι έπρεπε να ξυπνήσω γιατί δεν μπορει παρα να είναι πια πρωί κι εγω έχω ένα σωρό δουλειές να κάνω.

poco dura

Posted in Uncategorized by Α. Δημητρίου on Κυριακή 6 Ιανουαρίου, 2013

Είναι βλέπετε δύσκολο να μιλήσεις για την ηλικία του έρωτα

αφού ξεκινάει ίσως από την αιχμή των συνάψεων

και οδηγεί ως το βάθος της απώλειας

όλων όσων με κόπο και αυταπάρνηση,

ναι αυτή είναι η λέξη αυταπάρνηση, αποκτήσαμε.

 

Αλήθεια, δεν τόχα σκεφτεί μέχρι τώρα ότι μπορεί να είναι κι υστερόβουλη

μα βέβαια, πως μου ξέφυγε, είναι απ’ όσο καταλαβαίνω πάντα υστερόβουλη.

Μια καθαγιασμένη απ’ τις εκκρίσεις της πάλη των τάξεων,

ο ένδοξος και ηρωικός αγώνας για τη δικαίωση της ηδονής,

μέσα απ’ την εξομολόγηση και άρα την απαξίωση όλων των συμβιβασμών μας.

 

Μετρείστε τους αν έχετε κουράγιο. Πάω και στοίχημα ότι ξεχάσατε τους μισούς

τους πιο επώδυνους, τους πιο εξευτελιστικούς,

αυτούς που τόσο εγωιστικά και χωρίς ίχνος τύψεις κρατήσατε για σας και μόνο

όπως το αγρίμι τη λεία του, κάνοντας όπως όλοι άλλωστε.

 

Για όλους τους έρωτες που στολίσατε με ψεύτικες χάντρες και καθρεφτάκια

εκείνα που εικόνιζαν τα ψέματα σας βολικά, κρύβοντας το θηρίο

και τώρα είστε διατεθειμένοι να τους ξεχάσετε πάλι όλους και να βουτήξετε ως το τέρμα

προκειμένου για ένα φευγαλέο χάδι, μια ανάμνηση πάθους, μια υπόνοια τρυφερότητας

εξαγορασμένα με ολόκληρα κομμάτια ζωής, σαρκοβόρων αναμνήσεων, ζωντανών ακόμα

ίσης ηλικίας με τον έρωτα σας.

 

poco dura la festa dei matti

Posted in Uncategorized by elpinor on Δευτέρα 22 Οκτώβριος, 2012

το κλειδί ,έψαχνα το κλειδί να ξέρω ότι μπορώ να μπω μέσα ,δεν βρέθηκε ,δεν το βρήκα κάθισα να θυμηθώ ,κάπου θα το είχα κρύψει ,τον καιρό που τα’χαμε χαλάσει και δεν ήθελα να το βρεις ,ήθελα να το ξεχάσω κι εγώ ,μαζί με σένα και τα γράμματα σου και τις ανησυχίες μου κιόλα .Δεν βρήκα τίποτε .το κάταπιε το μικρό μου δωμάτιο ,θέλω βεβαία να θυμηθώ που το βαλα απ’την  άλλη να μη παραστενοχωριέμαι  μ’ένα  χαμένο κλειδί .Δεν είναι της ηλικίας πια ούτε οι στεναχώριες .Θυμάμαι όταν σε πρωτογνώρισα και πήγαμε στο Πόρτο Ράφτη πως μου είπες ότι σε λέγανε Κλειδ ί . Δεν  πέρασαν  πολλές  μέρες κι εγώ τυχαία βρήκα γιατί  έχεις διαλέξει αυτό το όνομα .Η αιτία βρισκότανε μέσα στην πλοκή ενός γιαπωνέζικου  μυθιστορήματος ,ζούσες εκεί  μέσα ,κρυβόσουν εκεί μέσα ,και τα βράδια μόνο  ξέφευγες να βγεις  με αγόρια στο Πόρτο Ράφτη σ ένα συγκεκριμένο beach bar όχι κοντά ,να παρατηρείς την κίνηση από μακριά ,και να ονειρεύεσαι πύργους στη μέση του Ειρηνικού ,ενός ωκεανού που τον τοποθετούσες όπου  γουστάριζες ακόμη και στην Κηφισιά Δεν σου είπα βεβαίως ποτέ τίποτα για τις γνώσεις μου γύρω απ τα ‘όνομα σου το άφησα να με βασανίζει μόνο  έμενα .Δεν ξαναβγήκαμε εκτοτε ,δεν θέλησες δεν θέλησα ,γαύγιζαν και δυο μαύροι  σκύλοι στο δρόμο εγώ έπρεπε να πάω περιοδεία σ ‘όλη την επαρχία παρόλο που δρόμοι δεν υπήρχαν  μετά τις μεγάλες χειμωνιάτικες βροχές .Δεν σ έχω δει  ούτε στ όνειρο μου που αν σ έβλεπα θα σ έπειθα για ένα ταξίδι  πάνω  σε μια απαλή  ιπταμένη κουβέρτα ,να θαυμάζουμε καλοκαίρια των ξενοδοχείων του 1960 στη Νέα Μάκρη . Το κλειδί  άνοιγε ένα δωμάτιο σένα τέτοιο ξενοδοχείο ,μωσαϊκό στο πάτωμα ,άσπρο σεντόνι στο κρεβάτι,  εσύ στην βεράντα  γύρω στα δεκαεπτά , ξύπνησες και  κλαις ,κουλουριασμένη στη γωνιά της βεράντας ,κάτω  χορεύουν ,ήρθα να σου δώσω ένα φιλί στο μέτωπο ,τα σγουρά σου μαλλιά ,το κρατάς  σφιχτά στο χέρι σου .Δωστο μου σου λέω πρέπει να φύγω έχω την οικογένεια στο αμάξι ,δώσε μου το ,μα τον Άγιο  Φανούριο  δώστο, βιάζομαι ,πέφτει το ρεύμα εκείνη την στιγμή  ,κάποια απεργία , το  πολλά  αιρκοντίσιον, με πλησιάζει το στόμα σου ένα ρουφηχτό φιλί τα χείλια  σου καίνε, στην ιδρωμένη παλάμη σου που ανοίγει ,αμαρτωλή μου, είχες το μαγικό κλειδί μου το έδωσες ,είναι στην τσέπη μου τώρα, έπρεπε να φύγω ,έφυγα,  εσύ συνέχισες  εκεί στα δεκαεπτά ,σε πέντε-έξη χρόνια θα παντρευόσουν .

Αρκεί να το γνωρίζομεν και ημείς

Posted in Uncategorized by Α. Δημητρίου on Δευτέρα 1 Οκτώβριος, 2012

Και γιατί το τραίνο; Στάσου ένα λεπτό, μην αποκαλύπτεσαι ακόμη. Ανεβαίναμε παρέες ή και μόνοι μας, επειδή κάτι έπρεπε να γίνει ή κι’ έτσι χωρίς λόγο.  Λες και ο δρόμος εγγυόταν τον προορισμό του. Συχνά χωρίς εισιτήριο. Α βέβαια κι’ έχω κάνει πράγματα που δεν φαντάζεστε! Όπως ακριβώς κι εσείς. Αλλά περίμενε λίγο, θα φτάσουμε και σ´αυτά. Το ζήτημα είναι πως δε φτάσαμε, δε φτάσαμε καθόλου! Το ζήτημα είναι, άκου με που σου λέω, ότι το ξέραμε πως δε θα φτάσουμε απ’ την αρχή. Ναι, βέβαια ήμασταν πολύ ικανοποιημένοι που δε φτάσαμε,  αλλά ντρεπόμασταν να το πούμε. Είναι καλά να είσαι προνομιούχος! Είναι πιο καλά να νομίζεις κιόλας πως είσαι.  Αλλά ξέφυγα. Ανεβαίναμε λοιπόν, στεκόμασταν όρθιοι στους διαδρόμους ή βρίσκαμε κάπου να χωθούμε, καπνίζαμε και πίναμε, σιγά σιγά τα τοπία πέρναγαν στην τέταρτη διάσταση  και συνηθίζαμε τη βρώμα μας και των αλλωνών. Υπήρχε κάτι βαθύτατα καθησυχαστικό σε όλα αυτά. Όλα θα πήγαιναν καλά πια, μπορούσαμε ν’ αφεθούμε. Είχαμε γίνει αναγκαστικά αποδεκτοί κι’ οποιανού δεν αρέσει ας κατέβει απ’ το τραίνο. Κάποιοι βέβαια μας κοιτούσαν περίεργα. Τι θέλουν τώρα τα κωλόπαιδα μαζί με μας που έχουμε επιλέξει τον προορισμό μας συνειδητά; Που τον έχουμε αποδεχτεί και ξέρουμε ο καθένας από που ξεκινάει, που τελειώνει και τελικά που θα μπορούσε να πάει; Ανάμεσά τους όμως και πολλοί περίεργοι ή βαριεστημένοι ή ποιος ξέρει τι, που ψάχνουν ευκαιρία για κουβέντα. Ακόμη, μερικές απ τις πιο ενδιαφέρουσες κι όμως κοινές γνωριμίες της ζωής μου, απρόσμενες κουβέντες στο βάθος κήπος, υποσχέσεις, διευθύνσεις που θα έλιωναν στο πλυντήριο μαζί με το χαρτάκι που γράφτηκαν, όλα με την ασφάλεια του ουσιαστικά ανώνυμου. Που και που κουβέντες για τα καθημερινά να σπάνε την εξ’ αντικειμένου σουρεαλιστική συνεύρεση ανόμοιων και ετεροδαπών υπάρξεων. Οι σταθμοί, η ακρίβεια, ο καιρός φυσικά. Αλλά και κοινωνική και πολιτική κριτική με έμφαση στην ανακάλυψη των μελανών σημείων. Τεράστια σκάνδαλα..τσ..τσ.. Τεράστιες ευκαιρίες ανάδειξης των θετικών στοιχείων της ζωής σου που δυστυχώς δεν βλέπεις συνήθως, αναλογισμοί με αίσιες πάντοτε εκβάσεις, ηθικές εξάρσεις ιδιαιτέρως άμεμπτες και φανερά ελλείπουσες επιτακτικά. Η συναποδοχή της λογικής της αγέλης ως απαραίτητη προϋπόθεση της καθάρσεως ακόμη κι’ αν το τραίνο μας οδηγεί στο Άουσβιτς, η ιδεολογική ομογενοποίηση επί τα χείρω. Ύστερα, όταν κατέβαινε ένας σε κάποιο σταθμό, επιφυλακτικά συνένοχη στην αρχή και μετά πλήρης αμφισβήτηση σε κρεσέντο δικαίωσης. Προδοσία ας είναι για το καλό της κοινωνίας, αρκεί να το γνωρίζομεν και ημείς! Αλλά στο τέλος τέλος και τι με νοιάζει τι θα πουν για μένα όταν κατέβω; Μα εγώ είμαι καλύτερος απ’ όλους τους, εμένα με περιμένουν. Ένα αίσθημα κενού αφού κανείς δεν έφτασε δυστυχώς στον προορισμό του. Πως; Κάτι θυμίζουν όλα αυτά;

Λέξεις..

Posted in Uncategorized by έλλυπος on Τετάρτη 11 Ιουλίου, 2012

Mέτρησα τα ερείπια

οι μεγάλοι δρόμοι,

οι μικροί άνεμοι

λυπημένοι στρατοί

πολύψυχοι, μόνοι

φροντίζουν τα χαλάσματα

ακοίμητοι ριζώνουν

σε πέτρινες θάλασσες

Ο χρόνος γέρνει         

μαζεύει οδύνες, 

καμπύλα οράματα

μαρμάρινες  επιγραφές

μνήμες , σιωπές ολόφωτες

γαλάζιες λέξεις

χωρίς ηλιαχτίδες

και συγγένειες

λέξεις θεότητες

οπουδήποτε  πεσμένες

στο μέλλον, στα όνειρα

στην ανάερη πόλη

απελπισμένες, λογικές

ελάχιστες..

στη σκιά του τοίχου

ανοίγουν μικρές χαραμάδες

 Ποιος αποφάσισε τις λέξεις;

δεν μπορώ να θυμηθώ

το τίποτα της συμφοράς

ένα λάθος αθώρητο

δεν ξέρω..

 Γεμάτος χρόνια συλλογιέμαι

 την άφαντη λάμψη

της ερήμωσης

την ερημιά της  απουσίας

 το θάνατο 

που γίνεται γηρατειά

και τη ζωή

απομεινάρια σε φωτογραφίες

διανύοντας το τίποτα

σ’έναν αιώνα

ή μια στιγμή

αντίκρυ στις εικασίες

και τα δειλιάσματα

φεύγω ακίνητος

ντυμένος χαρμόσυνα

μια μικρή αγκαλιά

ή μια λέξη ..

ατάραχη

σαν τη νύχτα

που δεν κατάφερα

να σβήσω..