Αθήνα δεύτερη συνέχεια
- -θα ζωγραφιζουμε μεχρι το…. μετα κατι δυσαναγνωστο
- τις Παρασκευες κυλιεσαι στους σοβατισμενους τοιχους , η ζακετα σου με τα ωραια μωβ σχέδια παραδίδεται στα πλακακια της ταρατσας,και στις σκονισμενες βεραντες και στις πιο φαρδιες βεραντες των ρετιρε κι όλα τα πενθιμα κλιμακοστασια περναει η Παρασκευή να φροντίσει τα εγκαταλειμμένα φυτά στις γλάστρες ,τα απελπισμενα πουλια στα κλουβια
- την παρασκευη πανω στα τζαμια καθρεφτιζεσαι, ακομα στο ροσινιολ ακουγονται αηδονια
- ανοιγοκλεινουν σε ρυθμο ροκ οι καδοι των σκουπιδιων
- κιτρινιαρικο φως οι φοβεροι και τρομεροι διαδρομοι.
- η σκιά της κυρίας χαριεντιζεται στον απεναντι τοιχο
- καθομαι στο πεζουλι του πεζοδρομιου και βλεπω την ομορφια σου
- γελαω με τους περαστικους
- οι σκιές ζωγραφιζουν τους τοιχους, ζαχαρωνω με πικρο καφε
- ελα να βρουμε την ακρη
- πρασινο χρωμα ερχεται και καθεται πανω στις κουρτινες
- – θα ζωγραφιζουμε μεχρι το…. μετα κατι δυσαναγνωστο,
- βραδιαζει
- ένα χαμόγελο παραξενο ,ένα χαμογελο ηλεκτρικο
- καθεσαι απεναντι και μιλας με αγνώστους
- η ζακετα σου εχει ωραια μωβ σχέδια
- γραφω κοσμους ,γραφω ανυπαρκτες πολιτειες,γραφω κοκκινα τραινακια γυρω απ τα χαμογελα σου
- μιλαω σ ΄ένα εσυ σοκολατενιο
- σοκολατενιος λαγος που τρεχει να κρυφτει
- ενα εσυ που είναι εγω κι εσεις κι εγω κι οι αλλοι
- αχ τα χαμογελα σου, αχ τα βιαστικά σου βηματα
- αχ τα πέδιλα σου τα προστυχα τα κοκκινα
- αχ Αθηνα της παρασκευης που σου μετακινούνται τα κτιρια
- που βουίζουν οι πιο βρωμιαρες γωνιές της ομονοιας,κουκακιου ,πετραλωνων
- ακομα και στο ροσινιολ κελαηδουν αηδονια.
- μια κυρια ζηταει στοργή στο απεναντι πεζοδρόμιο
- τα παραθυρα των πολυκατοικιων ανοιγοκλεινουν με φρενιτιδα
- διαφανα παράθυρα,τραβηγμενες κουρτινες εκθετουν λογαριασμους μιση και παθη ,αγαπες , ανθρωπους , μορφασμους,κτίρια-κορμια που χορευουν
- πρασινο χρωμα απογευματος ερχεται και καθεται στις κουρτινες
- τα φωτα αντικατοπτριζονται πανω στα βιβλια στα γυαλικα στα γονατα στα βελουδα των καναπεδων.
- σπιτια και σπιτια και σπιτια και δυσκολιες προσωπικες και δημοσιες
- κι αναζητω την χαρα όταν εκεινη δεν είναι εδώ η απλως κρυβεται
- κρύβεται ο λαγος ο πασχαλιατικος όταν βγαινει ο μυστηριος λυκος τα μεσανυχτα
- γαυγιζει και σε φοβιζει
- μεσάνυχτα
- σπιτια με σκαλες με κλιμακοστασια
- σπιτια με πορτες καφε,τετραγωνες που ολο ανοιγοκλεινουν κι ολο σπρωχνουν την ιστορια σου που δεν τελειωνειποτέ
- ιστορια αργη μαλλον βαρετή
- κι ολο στριμωχνονται οι πιθανες λυσεις του αινιγματος
- κατευθυνόμαστε σε αόρατο τέλος

ηλιαχτίδες…
Οι ηλιαχτίδες στο δωμάτιο με γιασεμιά πλεγμένες
ο κόσμος απέραντος… κι’ η πόρτα ορθάνοιχτη
οι τοίχοι διάφανοι, να βλέπει έξω η καρδιά να ταξιδεύει
τα καλοκαίρια ολόξανθα πλημμυρισμένα φως
στο πάτωμα ανάλαφρα να λιάζεται ο ήλιος
Πολύχρωμες φωνές, φρεσκοπλυμένες οι αυλές 
νύχτες ζεστές και όνειρα πολύφυλλα
ζάχαρη πάνω στο ψωμί
ώχρα και θαλασσί… πίσω απ’ το τζάμι
Όμορφη νιότη… κι’ η γειτονιά μικρή
μάταια ψάχνω στη σιωπή
ανάμεσα στις ώρες και τα χρόνια…
που να χωρέσουν τόσα όνειρα;
ξυπόλητη η ζωή… χωρίς επιστροφή
στους δρόμους αναπνέει… ερωτεύεται
κι’ ωστόσο λάμπει…
μη σε τρομάζει…
Δικός μας είναι αυτός ο κόσμος… ο αθέλητος
ο τόσο παράλογα μικρός
ο τόσο ανώφελα μεγάλος…
χαρτάκι

Γιατί ήταν διπλωμένο το φύλο του στη μέση; (και πάλι στη μέση…)
Ήταν μες στο σακάκι, στην απομέσα τσέπη
Που ήτανε τριμμένο στην άκρη στα μανίκια, στο χρώμα των ματιών σου
Τα μάτια που κοιτούσαν πίσω από τις γραμμές του, αφού έφυγε το τραίνο
Που έφυγε και πήγε εκεί που είχες έρθει, με τη βαλίτσα άδεια, γεμάτη προκηρύξεις
Ρούχα τσαλακωμένα που φόραγες στο χιόνι
Εκεί ήταν το χαρτάκι, στα παγωμένα χέρια
Στην τσέπη όπου ακουμπούσαν, σφιχτά μες στο σκοτάδι
Στα δέντρα αποκάτω, στο παγωμένο χώμα
Στο μπάνιο στο ποτάμι, στο χώμα μες στα δόντια
Στο φίλο που δεν είχες, στον παγωμένο αέρα, έδωσες το χαρτάκι
Στο τραίνο μεσημέρι, περνώντας απ’ το σύρμα
Μέσα στα δόντια του ήλιου που άκουγες τη φλέβα που βούιζε στο χέρι
Εκεί που ‘χε ακουμπήσει ένα μικρό μαχαίρι, μικρό σαν το φιδάκι
Που βγήκε απ’ τα μαλλιά σου τη μέρα που σου είπαν
Πως θα ‘ρθει εκείνη η μέρα πιο γρήγορα από σένα
Στο τραίνο που ‘χε φύγει με κόκκινη σημαία, ανέβηκες και είπες
Θα έρθω πάλι πίσω, το μαύρο καλοκαίρι
και το χαρτάκι εκείνο με τη δικαιολογία θα το ‘χει λιώσει ο ιδρώτας
όταν θα ‘χετε φύγει, όλοι σας κουρασμένοι και λίγοι, όσο κι εγώ
Γιατί ήταν διπλωμένο το φύλο του στη μέση; (και πάλι στη μέση…)
Ήταν μες στο σακάκι, στην απομέσα τσέπη
Που ήτανε τριμμένο στην άκρη στα μανίκια, στο χρώμα των ματιών σου
Τα μάτια που κοιτούσαν πίσω από τις γραμμές του, αφού έφυγε το τραίνο
Που έφυγε και πήγε εκεί που είχες έρθει, με τη βαλίτσα άδεια, γεμάτη προκηρύξεις
Ρούχα τσαλακωμένα που φόραγες στο χιόνι
Εκεί ήταν το χαρτάκι, στα παγωμένα χέρια
Στην τσέπη όπου ακουμπούσαν, σφιχτά μες στο σκοτάδι
Στα δέντρα αποκάτω, στο παγωμένο χώμα
Στο μπάνιο στο ποτάμι, στο χώμα μες στα δόντια
Στο φίλο που δεν είχες, στον παγωμένο αέρα, έδωσες το χαρτάκι
Στο τραίνο μεσημέρι, περνώντας απ’ το σύρμα
Μέσα στα δόντια του ήλιου που άκουγες τη φλέβα που βούιζε στο χέρι
Εκεί που ‘χε ακουμπήσει ένα μικρό μαχαίρι, μικρό σαν το φιδάκι
Που βγήκε απ’ τα μαλλιά σου τη μέρα που σου είπαν
Πως θα ‘ρθει εκείνη η μέρα πιο γρήγορα από σένα
Στο τραίνο που ‘χε φύγει με κόκκινη σημαία, ανέβηκες και είπες
Θα έρθω πάλι πίσω, το μαύρο καλοκαίρι
και το χαρτάκι εκείνο με τη δικαιολογία θα το ‘χει λιώσει ο ιδρώτας
όταν θα ‘χετε φύγει, όλοι σας κουρασμένοι και λίγοι, όσο κι εγώ
Η Αθηνα που συνεχιζεται
Άνοιξη
Οι ειδήσεις μοιράζουν φόβο… απόγνωση
Πώς στέρεψαν οι μέρες;
Χρέη και δωδεκάθεο
Οι έμποροι των φυσαλίδων διαπρέπουν
Θα υπερισχύσει και πάλι η αγραμματοσύνη μας
Έρχεται η βροχή
Άνοιξη… η καρδιά ομορφαίνει
παντού μυρίζει γιασεμί
στο χώμα και τη λάσπη… άνεργοι
μετράνε ήσυχα τη φτώχεια νικημένοι
γυρίζουν μόνοι… αόρατοι στη σιωπή
συνένοχοι στη παρακμή…
Ποια τρέλα θα μας συνδράμει τα όνειρα;
την ομορφιά που χάσαμε… την απόμακρη αφετηρία μας;
Η ιστορία ξαναστοχάζεται…
Για σκέψου πάλι να αλητεύαμε
χωρίς δεσμώτες κι’ ερινύες
23 Φλεβάρη β’
Πήγα στο σπίτι κοντά. Γύρισα την πλάτη στη σιδερένια πόρτα. Άκουσα το τρίξιμο
Περπάτησα τα πλακάκια της αυλής προσεκτικά, χωρίς να πατήσω στους αρμούς
Μετά πήδησα ένα και μετά ακόμα ένα
Ήταν μικρά κι ήταν μεγάλα, κόκκινα κι άσπρα σαν σημαία
Ήταν χτες κι ήταν αύριο. Ήταν πολύ παλιά
Πριν από το τραίνο και πριν απ’ το σταθμό. Πριν απ’ το χιόνι και όλα όσα ακολούθησαν
Ήταν τη μέρα εκείνη
Ήταν κληματαριά απάνω, λέρωνε το πεζούλι με σκιές, ήτανε κόσμος άγνωστος
Ήταν φαντάσματα κάτω στο υπόγειο και στο βάθος της αυλής
Ένα μου μίλησε. Μου είπε για το φως, το θόρυβο των κυμάτων στο νησί και για το μαύρο σκυλί. Μου μίλησε για τα βάσανα που πέρασε. Που περπάτησε και δεν μπορούσε άλλο. Τι αγάπησε, τι πρόδωσε, το τραγούδι που σφύριξε το προηγούμενο βράδυ, το όνειρο, το πρωί μετά τον έρωτα. Τι μετάνοιωσε αλλά θα ξανάκανε οπωσδήποτε, τι ελπίζει, χα! Κι έφυγε φορώντας το καλοσιδερωμένο πένθιμο σακάκι. Άνοιξε την καγκελόπορτα πριν τον προλάβω και πήδηξε στο δρόμο. Χοπ!
Μαζεύτηκε κόσμος στο δρόμο. Φορούσαν όλοι λευκά σορτσάκια κι΄έκαναν γυμναστικές επιδείξεις. Ξαφνικά καλοκαίρι! Δεν άκουγαν τίποτα σου λέω! Ήταν παιδιά, ήταν κι ένα κορίτσι που σου μοιαζε. Τότε πέρασε το τραμ και τους πάτησε. Στο βάθος ομοβροντία, κάποιος έφτυσε στο χώμα
Τότε πήρα ένα ταξί και κατέβηκα στον Πειραιά μα δε σε βρήκα, δε σε είχα γνωρίσει ακόμα. Σκέφτηκα, κρίμα! Γιατί αυτοί ήταν οι καλύτεροι! Ναι καλοί ήταν. Και εμείς ίσως να ήμασταν καλύτεροι κι΄οι έρωτες μας δικαιωμένοι.
Ελπίδες…
μικρές ατέρμονες διαδρομές
υπόγειες παγίδες
πάντα στο ναι σε συναντούν
στο χρόνο μ’ ένα όχι σε τυλίγουν… σε πνίγουν
με κείνες τις παράξενες γραμμές που πέρασαν
προσπέρασαν κενές μεσ’ τις σελίδες
θυμήσου … πάλι θα σε βρουν
της μοναξιάς τα λόγια θα σου πουν
να σε γυρίσουν πίσω
στο περιθώριο της νύχτας να σε κλείσουν
λίγο πριν δύσει , πριν χαράξει
στο πρώτο ή το τελευταίο φως
πάντα θ’ αναρωτιέσαι πως … σ’ ένα δισύλλαβο κενό
μετέωρος απ’ τη ζωή κρατιέσαι
Στο ίσως που φορές αμέτρητες μεγάλωσες το ναι
για να ξεχνιέσαι
καλό καλοκαίρι
Στο φόβο του καλοκαιριού, γρατσουνισμένα γόνατα, χέρια ιδρωμένα, άσπρο φόρεμα
Γωνία πίσω απ’ τις κουρτίνες του ήλιου, κρυφοκοιτάζοντας το άνοιγμα στο καθαρό πουκάμισο
Φλέβα που χτυπάει δίπλα στο χνούδι του λαιμού, κρυώνει την μέσα κόψη των μπράτσων
Στα μάτια σου σαν χθες η προσδοκία των πάντων. Ένδοξα σώματα και μουσικές στο χωματόδρομο
Σώματα, ήχοι, κτίρια. Ότι γλύτωσε την εκμετάλλευση μέχρι το καλοκαίρι.
Η αναπόδραστη σήψη παρέα με το μαύρο σκυλί
I ain’t done a damn thing right
But oh, I’ll try, before I die
How ’bout tonight
βιοτεχνία
η γλυπτικη εχει τεχνη,
εδω κοιμαμαι ησυχα και δεν τρομαζω
δεν κανω αποτομες κινησεις
ενα αδειο φορεμα χορευει και του ανεμιζει τις δαντελες ο βοριας
του μισοκλεινω τα ματια
μου μενει απτη η αυταπατη
η γατισια η γουνα σου
το κουνημα της ουρας σου
ξαποσταινω απ το μεροκαματο
εκει στον τοιχο σου
κιτρινες φωτογραφιες με σταχια που τα χαϊδευει ζεστος αερας απ την αναπνοη σου
ενα βατραχι μονο στη λιοσιων νυχτα που βρεχει
φιγουρες χορευτικες και μαγεμενες
χρυσα γοβακια
χριστουγεννα και αναστασεις
αλλαζω μαλακα ταχυτητες
εξω οδηγω κι ειμαι απο μεσα
εδω ειναι κι αυτο που χαιρεται και αμεσως βιαζεται να φυγει
φιλος που στην αγωνια μου δεν ξερει τι να κανει
ακουω μονο τη σιωπη σου
για αγριες στιγμες βολτες στις αδειες πολεις και στα δασακια,
με τα στεφανια στα κεφαλια
εκει η παλιροια μεσα μου κι οτι θες
οταν δεν εισαι εδω σε πλαθω
τη μυρωδια των παλιων σπιτιων
με τα γαλαζια πουλια σπασιματα φωνης βραχνιασματα
πλαθω χειλη πλαθω μυτες
μη μου μιλησεις
μπορεις να φυγεις μονο ησυχα για να μου δεσει το γλυκο
ας φυγουν ολα τα καραβια να μεινω εδω
των ψευδαισθησεων η γουνα ειναι γατισια,
η ουρα της κουνιεται οταν ξαποσταινεις απ το οκταωρο
καδρα με φωτογραφιες τοπιων με σταχια που τα χαιδευει ζεστος αερας
ενα βατραχακι μονο του στη λιοσιων νυχτα που βρεχει
βιοτεχνια τορνος πρεσα η γλυπτικη των ψευδαισθησεων
Παράδοξο…
Αποτελεί παράδοξο το να φοβάσαι … ότι δεν θα τα καταφέρεις χωρίς τα δάνειά τους … να αγοράσεις «τοις μετρητοίς» όση δυστυχία σου αναλογεί … όση μιζέρια σου αξίζει … όση απόλυτη ελευθερία χρειαστείς για να καταργήσεις οριστικά τον εαυτό σου …
απλά επειδή μπορούμε
Προχτές, για λόγους που ίσως αντιληφθείτε, θυμήθηκα την υπέροχη ταινία του Ζόλταν Φάμπρι «η 5η σφραγίδα». Η ιστορία, όσο τη θυμάμαι, είναι κάπως έτσι: τρεις φίλοι συναντώνται κάθε βράδυ σε ένα συνοικιακό μπαρ στη διάρκεια του φασισμού. Στο βάθος παίζει ένα καταπληκτικό μηχανικό οργανάκι – μουσική υπόκρουση του φιλμ. Συζητούν διάφορα καθημερινά και κάπου εκεί ο ένας θέτει σαν αστείο ένα δίλημμα: Ας υποθέσουμε ότι πεθαίνεις και ξαναγεννιέσαι, αλλ’ αυτή τη φορά σου δίνεται η επιλογή του τι θες να γίνεις. Μπορείς να διαλέξεις ανάμεσα στο να γίνεις δούλος ή το αφεντικό του δούλου. Ο δούλος θα περάσει μια φρικτή ζωή γεμάτη βάσανα, τα περισσότερα των οποίων οφείλονται στο αφεντικό του (π.χ. σκότωνει τη γυναίκα και τα παιδιά του, του βγάζει το ένα μάτι κλπ) αλλά έχει το ηθικό πλεονέκτημα ότι ο ίδιος είναι κατά βάση καλός. Αισθάνεται ικανοποιημένος αφού ποτέ δεν έβλαψε κανένα με τη θέληση του. Αλλά και το αφεντικό δεν έχει ηθικό πρόβλημα αφού δεν βρίσκει τίποτε κακό στις πράξεις του, τις θεωρεί μάλιστα επιβεβλημένες από τις καταστάσεις. Τίθεται λοιπόν το ερώτημα ποιος θα διαλέγατε να είστε; Εξαρτάται άραγε η ηθική ακεραιότητα από τις καταστάσεις; Κανείς από τους τρεις δεν αποφασίζει να απαντήσει αλλά πολύ σύντομα θα χρειαστεί ν΄απαντήσουν έμπρακτα αφού, εξαιτίας ενός τυχαίου περιστατικού, συλλαμβάνονται κι’ οι τρεις και βασανίζονται. Το δίλημμα τους πλέον είναι αν θα προδώσουν τους φίλους τους απλά και μόνο για να δώσουν κάποιον και να γλυτώσουν. Η μοναδική απάντηση δίνεται στο υπέροχο φινάλε όπου ένας απ’ αυτούς (αυτός που αρχικά έθεσε το δίλημμα) προδίδει προκειμένου ν΄αφεθεί ελεύθερος να επιστρέψει στο σπίτι του όπου φιλοξενεί και προστατεύει ορφανά του πολέμου.
Η εκπληκτική ταινία γυρίστηκε φυσικά στα χρόνια του ‘υπαρκτού σοσιαλισμού’. Οι ιθύνοντες – όπως και το αφεντικό του παραπάνω διλήμματος – δεν αναγνώρισαν τον εαυτό τους στην αλληγορία. Αντίθετα, οι σημερινοί κάτοικοι των χωρών του ‘υπαρκτού’ συνήθως μένουν μόνο στον προφανή παραλληλισμό και παραλείπουν το φινάλε. Το φινάλε που στην Ελλάδα δίχασε, βλέπετε η ανάμνηση των ‘δηλώσεων μετανοίας’ δεν είχε σβήσει ή μήπως κάποιοι εδώ αναγνώρισαν τον εαυτό τους;
Θυμάμαι τον καταπληκτικό ‘διάλογο’ με τον βασανιστή να εξηγεί: ‘δεν μας ενδιαφέρουν αυτοί που βάζουν βόμβες ή σκοτώνουν, αργά ή γρήγορα θα τους πιάσουμε, μας ενδιαφέρει η μάζα να πιστέψει ότι μπορούμε να τους κάνουμε τα χειρότερα απλά επειδή μπορούμε’.
Υ.Γ. το έργο είναι του 1976 και βασίστηκε στο βιβλίο του Φέρεντς Σάντα που δεν ξέρω αν έχει μεταφραστεί στα Ελληνικά.
ελεύθεροι πάνω σε ράγες
Εμφυτευμένες επιθυμίες, υποβεβλημένες αξίες, εντυπωμένες τελετουργίες, προδιαγεγραμμένα σενάρια ζωής… ενσταλαγμένοι φόβοι, διαμορφωμένοι ρόλοι, επίκτητες ανάγκες, κατευθυνόμενα επιθυμούμενες επιλογές… μιά προκαθορισμένη λεπτομερειακά ελευθερία…που αφυδατώνει κάθε εμπειρία και μας στερεί τον αυθορμητισμό και τη χαρά , μας συμμορφώνει σε «κοινωνικά» , «υπάκουα» παιδιά… όλα εν σειρά τακτοποιημένα… πάνω σε ράγες δρομολογημένα, πανομοιότυπα , προβλέψιμα , «κανονικά»…
κυριαρχούμενοι κυρίαρχοι…
Καθώς προσπαθούμε να ελέγξουμε την πραγματικότητα , ένα μέρος του εαυτού μας παύει να την βιώνει… απλά την αναλύει… προβαίνει σε συσχετίσεις δεδομένων, αναζητάει λύσεις, γίνεται θεατής, τοποθετείται απέναντί της, αλλά παύει να αποτελεί μέρος αυτής, χάνει την ενότητά του με αυτή , αντιπαρατίθεται σ’ αυτή και αποκτά μαζί της σχέσεις κυρίαρχου και κυριαρχούμενου… και το παράδοξο είναι ότι όσο πιό πολύ κυριαρχεί στην πραγματικότητα φυσική ή ανθρώπινη, τόσο πιό ανασφαλής γίνεται… όσο πιό πολύ ενορμάται από την ανάγκη του για ασφάλεια , όσο πιό πολύ την επιδιώκει , τόσο αυτή του απομακρύνεται…
23 Φλεβάρη
Το πρωί, ξημερώματα, μόλις φτάσαμε στο σταθμό, ήπιαμε καφέ. Αισθανόμασταν ασφαλείς έτσι που ήμασταν όλοι μαζί. Μυρωδιά φτηνού καπνού και αλκοόλ. Το τραίνο μας κούναγε ρυθμικά όλη νύχτα. Στο διάδρομο ματιές γεμάτες προσμονή. Σώματα κουρασμένα, παραιτημένα στο σχεδόν ερωτικό λίκνισμα. Καπνίζαμε Gitanes διαρκώς και πίναμε βότκα. Φορούσες μακρύ πλεχτό φόρεμα, μαύρο σχεδόν όσο τα μαλλιά σου, κλειστό ως το λαιμό. Μιλούσες τραγουδιστά πολωνέζικα και ρώσικα κι εγώ πάσχιζα να αρπάξω λέξεις, να προλάβω τα νοήματα, να φτιάξω ιστορίες σαν να ήταν ένα σκοινί που μου ξέφευγε όπως ήμουν ζαλισμένος και οδηγούσε κατευθείαν στο μυαλό σου. Τα μάτια σου, ώρες ώρες νευρικά, χαϊδεύουνε τα βρώμικα καθίσματα, κλείνουν τον κόσμο απέξω. Πως μας σκέφτεσαι τώρα; Σε ποιό τοπίο ταξιδεύουμε; Κάποιος είπε ‘θ’ αλλάξουν τα πράγματα’ και οι άλλοι κουνήσαμε το κεφάλι καθησυχασμένοι. Ο Σεργκέι με ρώτησε κάτι για το μέρος και την ώρα –οι ρόδες στρίγκλισαν στις ράγες- και που ταξιδεύω; Του είπα στη Μεσόγειο χωρίς να βγάλω τα μάτια μου από πάνω σου, να μην τελειώσει. Φώτα αναβοσβήνουν περαστικά στο μυαλό μου, θαρρείς από μέσα. Αυτή τη νύχτα είναι η έφοδος στα χειμερινά ανάκτορα; Το πήρε το φαρμάκι η Ιουλιέτα; Κάηκε η Σύβαρις; Στις στάχτες της θα μ’ αγαπήσεις πάλι, ταχτοποιώντας τα καθημερινά σου, την ώρα που θα ονειρεύεσαι το μέλλον. Μόλις φτάσουμε!
Μεγάφωνα! Θαμπώνω με την ανάσα μου τα τζάμια, κοιτάω τα χάλια μου στον καθρέφτη. Δεν έχω τίποτα. Δεν έχω κάνει τίποτα για να αξίζω αυτή την ευτυχία.
Το πρωί, μόλις φτάσαμε στο σταθμό, ήπιαμε καφέ. Ο Μανουέλ έσταξε κόκκινο ρούμι, ζεσταθήκαμε ακουμπώντας τους αγκώνες μας. Ήταν 23 Φλεβάρη, η μέρα του κόκκινου στρατού των εργατών και αγροτών. Πέταξα το πακέτο και βγήκα.
Στα μέρη που διστάσαμε να φέρουμε τα βήματά μας, υπάρχουν χρώματα, κορμιά, φωνές που ζήσαμε κρυφοκοιτάζοντας τα όνειρά μας
εικοσιτετραωρο
Το πρωι δεν μπορουσα να ξυπνησω μονο τρεις ωρες υπνο,κατω απ’το παπλωμα για αλλη μιση ωρα ,ειδα πως ηταν εξημιση στην ακρη της τηλεορασης που διαβαζαν τις εφημερίδες,μετα ακουσα τη μανα μου , μιλουσε ψιθυριστα στο μεσα δωματιο με τη γιαγια μου,της ελεγε να προσεχει τα παιδια οσο θα λειπει,μετα σηκωθηκα και αρχισα να πλενω τα δοντια μου με την ηλεκτρικη οδοντοβουρτσα θα εφευγα εκδρομη στη Θεσσαλονικη με τον αδερφικο μου φιλο τοτε που δεν με θυμοσουν κι ενιωθα ολομοναχος και κανεις δεν ηξερε ποσο μονος.Μετα παρολο που βιαζομουν ανοιξα λιγο την εφημεριδα κι ειδα πως ειχαν φωτογραφιες απο την πρωτη ταξη στο σχολειο με την μπλε ποδια και μια δασκαλα μ ενα χαμογελο μουσικο κι αλλιωτικο απ οσα ειχα δει στη γειτονια μου και στο σπιτι μου,βγηκα εξω σχεδον αμεσως μποτιλιαρομαι στον περιφεριακο ,ειναι η ωρα που ολοι προσπαθουν να φτασουν τις δουλειες τους,και ο πατερας μου που θα γυρνουσε αποψε απο την Ινδονησία θα μου εφερνε ενα δισκο των Pink floyd που του ειχα ζητησει,μετα εφτασα και με περιμενε το τραινο για τη Θεσσαλονικη,οχι με αμαξι πηγαμε ,που μειναμε απο λαδι,και η φιλη του Γιωργου μου θυμισε πως ειμασταν απο χρονια γνωστοι κι ολο το βραδυ τα λεγαμε που ειχαμε μεγαλωσει στην ιδια γειτονια και τωρα εσυ ζουσες στη θεσσαλονικη κι ολη τη νυχτα μιλουσαμε και κοιταζομαστε στα ματια ,μετα ηθελα να πιω ενα καφε και πηγα εκει στα σκαλακια της Διδοτου,και περασε μες την νυχτα μια κοπελλα που με κοιταξε στα ματια και γελουσε μες τη νυχτα και τη ρωτησα γιατι και μου ειπε :ετσι,απλα γελαω,και παλι ολο το βραδυ του μεγαλου Σαββατου μετα την Ανασταση το περασαμε μαζι να την παρηγορω που δεν εχει δοντια,και μια σκυλιτσα που ειχα και τη λεγαμε Μπουμπου εκεινη τη μερα πριν ξεκινησουμε για εκδρομη στεκοταν ακινητη για πολυ ωρα με κοιτουσε και μ αγαπουσε, πηγα να την χαιρετησω και δεν κουνιοταν δεν ανοιγοκλεινε τα ματια κι ηταν νεκρη,την ετρεξα στο γιατρο μ ανοιχτα τα ματια οπως ηταν αλλα δεν ξυπνησε,πεθανε νεα ,κι η μανα μου πεθανε νεα προτου την γεννησουν δεν προλαβε να γεννηθη και ηταν γι αλλη εποχη να ζησει και δεν ηρθε μαζι μας δεν ηρθε να δει το παιδι και το τελος του εργου,θα ηθελα να γεννησω εκεινο το ζευγαρι νεων που ηταν η μανα μου κι ο πατερας μου που εκεινος παρολο που δεν γενηθηκε ζει,και ειναι μικρο παιδι που κελαιδαει στα κλαρια της αυλης της γιαγιας μου,το εμαθα αρκετα αργοτερα εκεινο το αγριο τρακαρισμα με την μοτοσυκλετα που πεθανε το προσωπο της Μιτσης,κι εμεινε θρηνος μεσα μας για παντα ,δεν ξεκολαει η βραδια στο παρτυ του Γιαννη που χορεψαμε τανγκο ερωτικο μια και μοναδικη φορα ταγκο που δεν εμαθα ποτε να χορευω και δεν πρεπει να χορευω,δεν επιτρεπει ο γιατρος εκεινος που αφηνει τα νυχια του να μεγαλωνουν εικοσι οκτω χρονια,και ντρεπεται να μας πει οτι πεθανε κι αυτος και δεν εχουν αξια οι συνταγες του που εχουν ληξει εδω και καιρο,με ρωτουσες παντα αν θα σ’αγαπουσα αν δεν μ’αγαπουσες και δεν ηξερα τι ν απαντησω,τι ν’απαντησω εκεινη τη φορα που σου εφερα ενα γλαστρακι με κυκλαμινα θα ηταν Σεπτεμβρης καπου στην οδο Αλεξανδρας,και ηταν στη Σκυρο Πασχα,και ηταν στην Παρο καλοκαιρι στο δωματιο κοντα στην Παροικιά,θα ηταν με σκηνη στο Κουφονησι,η στην Τηλο η στην Καβαλα στο Παλιό,θα ηταν στην οδο Φορμιωνος που ανεβαινες μονη μετα το μοναχικο σου σινεμα,δεν ξερω αν θα μπορουσα να κουβαλησω εκεινη τη μεγαλη βαρεια αγαπη που μου ζητας,ημουνα μονος μου στην Πτολεμαιδα οταν σε ειδα να εισαι ταμιας σε σουπερ μαρκετ και φορουσες κοκκινα μποτακια περπατουσα μονος μου στην Αθηνα που ραγισε ο ουρανος κι επεφταν σκονες απ το συμπαν και τ αστερια δεν σε υπακουαν εκαναν πως δεν σε γνωριζουν δεν ηξεραν πια τα μαλια σου τα περηφανα τα σγουρα τα κοκκινα τα χρυσαφι τα μαυρα τα καταμαυρα ,τοτε που δεν ειχες πια ποδια και μονο κυλουσες γλιστρουσες αθορυβη,τοτε που πηρες την αποφαση να γινεις δεντρο και να με συγχωρεσεις να με θαψεις να με κλαψεις κι εγω συγκινηθηκα δεντρακι μου που εβγαλες ριζες στα νεκροταφια των ερωτων μας,εδωσες τη σκια σου και τα χαδια σου στο παγωμενο μας προσωπο , γλυκολογα σ’εμενα που ειχα χασει την ακοη,ειχα χασει εσενα, ειχα χασει τη γεννηση μου εδω οι γονεις μου δεν ειχαν ποτε γεννηθη η οικογενεια που θα με ανετρεφε και θα μ’εβγαζε στον κοσμο δεν ειμαι σιγουρος οτι εχει υπαρξει,πώς υπαρχω εγω εδω, εδω κι εσυ και τοσα χρονια περιμενεις.
για το συλλογικό μας ασυνείδητο …
μέσα μας ένα βρέφος παντοδύναμο κι’αχόρταγο προστάζει … ένα νήπιο κλαψιάρικο κι’ανήμπορο γκρινιάζει … ένας εξεγερμένος έφηβος οργίζεται , φωνάζει … κι’ ένας ενήλικος απουσιάζει …
αυτοσαρκαζόμενοι;
Θυμάστε ασφαλώς κι εσείς όπως κι εγώ το χειροκρότημα. Δεν θυμάμαι πότε ακριβώς άρχισε, πριν ή μετά τις 11 Μαϊου του 70 όταν άλλοι μαθητές έκαναν το ίδιο στον Παττακό στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Πιθανολογώ μετά, αλλά μπορεί να ήταν κι από τότε. Το έχω σκεφτεί πολλές φορές και το σκέφτομαι κάθε φορά που βλέπω παιδιά να αμφιβάλουν, να μην εμπιστεύονται και ίσως να κοροϊδεύουν τους ‘μεγάλους’. Γιατί κι εμείς τότε, τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια, ιδέα δεν είχαμε, απλά ενστικτωδώς χλευάζαμε τις φανφάρες τους. Όποτε γινόταν ομιλία στους μαθητές, συνήθως για τα Δεκεμβριανά (του 44 φυσικά!), η κάθε φράση διακόπτονταν από παρατεταμένα χειροκροτήματα που συνεχώς πύκνωναν. Θυμάμαι μάλιστα ότι προς το τέλος, όταν εμείς αρχίσαμε να ‘ξυπνάμε’, μας έκανε εντύπωση ο ζήλος των μικρών που δεν έχαναν ευκαιρία να χειροκροτήσουν. Θύμα ήταν συνήθως ένας σουρεαλιστικός θεολόγος, οπαδός της χούντας, που μάλλον την έβρισκε με τα χειροκροτήματα. Τα μετράγαμε και μπορεί και να φθάνανε τα 50-60 σε μια ομιλία.
Αλλά μια φορά την πάτησε κι ένας κακομοίρης επιθεωρητής που ήρθε να μιλήσει για την αποταμίευση και αντιμετώπισε βροχή τα χειροκροτήματα. Η ομιλία δεν τέλειωσε ποτέ και τον θυμάμαι να φεύγει ταραγμένος λέγοντας πως ποτέ δεν τού χε ξανασυμβεί. Βλέπετε δεν μπορούσε να προβλέψει το μέλλον! Δεν τον ενοχλούσε καθόλου η κοροϊδευτική απάθεια που αντιμετώπιζε κάθε μέρα, κανέναν τους, τους ενοχλούσε που δεν καθόμασταν ήσυχα να τους αφήσουμε να κάνουν τη δουλειά τους. Δουλειά κι αυτή!
Τώρα σα να σας βλέπω να με κοιτάτε ερωτηματικά και υπομειδιώντας. Λοιπόν το προσπερνώ και σας λέω πως εδώ θέλω να καταλήξω: τι νομίζετε πως άλλαξε από τότε στα παιδιά; Δεν είναι μόνο για ν΄ ανοίξουμε κουβέντα, άλλωστε εγώ με αυτά οφείλω να ασχολούμαι. Να σας πω πως το καταλαβαίνω; Εμείς είμαστε πιο τυχεροί. Αν και έχουν πολλά που εμείς δεν είχαμε, τους λείπουν δύο πολύ βασικά πράγματα που εμείς είχαμε σε αφθονία, κίνητρο (να ξεφύγουμε, να ξεχωρίσουμε, να ζήσουμε…) και αυταπάτες (να τες πάλι!). Τα παιδιά δεν είναι ούτε καλύτερα ούτε χειρότερα από μας, ούτε πιο έξυπνα ούτε πιο χαζά. Τους προσφέρουμε ακόμα και πράγματα που δεν έχουν ζητήσει ποτέ, αυτά όμως θέλουν ενστικτωδώς άλλα. Προσπαθούν να δικαιώσουν την ύπαρξη τους με κάτι και αρπάζονται απ’ όπου βρουν γιατί μόνο αυτό υπάρχει. Κι’ όταν δεν υπάρχει, πρέπει να το εφεύρουν όπως στα παιχνίδια τους: «Θα ‘σουνα λέει…κι’ εγώ θα σε κυνηγούσα…«. Οι δάσκαλοί τους πάλι, περίεργο πως το καταφέραμε κι αυτό, λες και δεν πέρασε μια μέρα! Τα ταϊζουν τυφλοσούρτες και σχολάνε πάντα στην ώρα τους. Προσπαθώ να τα θυμάμαι αυτά κάθε φορά που με τσατίζουν.
Τη Δεύτερη Φορά
Είναι νωρίς; Είναι αργά; Βαρέθηκα τις υπαρξιακές αγωνίες. Αν μου λείπει κάτι από το παρελθόν είναι οι αυταπάτες. Με πιάνει που και που, σαν και κεινον που πνιγεται και το κεφάλι του πετάγεται, όλο και πιο σπάνια, μέσα από τη θάλασα, να προσπαθώ να περισώσω ότι είναι αδύνατον να περισωθεί. Ιδού λοιπόν πεδίον δόξης λαμπρόν
Α, η φωτογραφία είναι του: yves.lecoq





leave a comment